Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

Δηλώσεις του Προέδρου της Δημοκρατίας για την επαίτιο της 25ης Μαρτίου

Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2017

Βασίλειος Β' ο Μακεδόνας



Όταν οι Ελληνες ανέκτησαν τήν Πόλη, από τούς Λατίνους, τό 1261, βρήκαν στό νεκροταφείο πεταμένο, ένα σκελετό στόν οποίο οι Φράγκοι είχαν βάλει περιπεκτικά στό στόμα μία φλογέρα. Δίπλα στόν σκελετό, ήταν παραβιασμένος καί συλλημένος ένας τάφος μέ μία επιγραφή πού έγραφε:ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΠΙΣΤΟΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΤΩ ΘΕΩ ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ ΡΩΜΑΙΩΝ. Αυτός λοιπόν ήταν ο σκελετός του ανθρώπου, πού έμελλε νά δώσει στό Ελληνικό Μεσαιωνικό κράτος τήν μεγαλύτερη δόξα πού γνώρισε ποτέ. Ηταν ο άνθρωπος πού πολεμώντας στήν πρώτη γραμμή του μετώπου μέχρι τά βαθιά του γεράματα, έσωσε τήν Μακεδονία από τούς Βούλγαρους εισβολείς, ήταν ο άνθρωπος πού απώθησε τούς Αραβες καί τούς Αιγύπτιους από την Μικρά Ασία, καί τούς Σαρακηνούς από τήν Καλαβρία. Ηταν εκείνος πού κυνήγησε αλύπητα τήν παντοδύναμη αριστοκρατία πρός όφελος των ακτημόνων καί των αδυνάτων, ενώ παράλληλα γέμισε τά ταμεία του κράτους. Τό κράτος του ήταν καί οικονομικά παντοδύναμο, μέ εξαγωγές ειδών πολλαπλάσιες από τίς εισαγωγές. Αναφέρεται δέ, ότι ο φόρος πού πλήρωναν τά εμπορικά πλοία κατά τήν έξοδό τους από τά στενά του Ελλησπόντου ήταν τετραπλάσιος, από τόν φόρο πού πλήρωναν κατά τήν είσοδό τους στά στενά. Ο Βασίλειος ο Μακεδόνας ηταν εκείνος πού εκχριστιάνισε τούς Ρώσσους θέτοντας έτσι τά θεμέλια του πολιτισμού τους. 

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΥ

Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ

Τοιχογραφία ἀπὸ τὸν μακεδονικὸ τάφο τοῦ Λύσωνος
καὶ τοῦ Καλλικλέους, 250 π.Χ., Λευκάδια Νάουσσας
Του Ἰωάννου Παπαλαζάρου ἐκπαιδευτικοῦ

Οἱ Ἀρχαῖοι Μακεδόνες, ὅπως παραδέχονται σοβαροὶ καὶ ἀντικειμενικοὶ ἱστορικοὶ ἐρευνητές, ἦταν μία ἀπὸ τὶς ἀρχαιότερες ἑλληνικὲς φυλές, μὲ ἰδιαίτερη γλωσσική, διαλεκτολογικὴ συγγένεια πρὸς τοὺς Αἰολεῖς καὶ Δωριεῖς.
Ὁ μεγάλος ἐπικὸς ποιητὴς Ἡσίοδος, ἀναζητώντας τὶς ρίζες τῶν πρωτοελληνικῶν φύλων, θεωρεῖ τοὺς Μάγνητα καὶ Μακεδόνα ὡς ἀδελφούς, υἱοὺς τοῦ Δία καὶ τῆς Θυΐας (θυγατέρας τοῦ Ἕλληνα καὶ ἐγγονῆς τοῦ Δευκαλίωνα) καὶ τὰ ἀντίστοιχα φῦλα ποὺ προέκυψαν, τοὺς Μάγνητες καὶ τοὺς Μακεδόνες, ὡς στενὰ συγγενικά. Ἡ ὀνομασία τους ἔχει τὴν κοινὴ ρίζα μακποὺ ἔχει σχέση μὲ τὸ μῆκος ἢ τὸ ὕψος.
Ἑπομένως, Μάγνητες καὶ Μακεδόνες ἢ Μακεδνοὶ ἦσαν οἱ ὑψηλόσωμοι ἢ οἱ ὀρεσίβιοι. Ἀρχικὴ κοιτίδα τῶν Πρωτο-Ελλήνων ἦταν περιοχὲς τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Δυτικῆς Μακεδονίας, ἀπ’ ὅπου μετακινήθηκαν σταδιακὰ πρὸς τὴ σημερινὴ Κεντρικὴ καὶ Βόρεια Μακεδονία, ἀλλοῦ ἀπωθώντας καὶ ἀλλοῦ ἀφομοιώνοντας τὶς ἐγκαταστημένες ἐκεῖ φυλὲς τῶν Θρακοϊλλυριῶν.
Ἡ γλῶσσα ποὺ μιλοῦσαν παρουσιάζει ὅλα τὰ βασικὰ γνωρίσματα τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς καὶ δὲν ἔχει καμμία σημασιολογικὴ σχέση ἢ φθογγολογικὴ συγγένεια μὲ τὶς γλῶσσες τῶν Θρακῶν καὶ Ἰλλυριῶν τῆς περιοχῆς.

Ὑπὲρ τῆς ἑλληνικότητας τῶν Μακεδόνων καὶ τῆς γλωσσικῆς διαλέκτου ποὺ χρησιμοποιοῦσαν, συνηγοροῦν ὅλα τὰ ἀξιόπιστα στοιχεῖα τῆς ἐποχῆς: οἱ πανάρχαιες παραδόσεις τῆς καταγωγῆς τους, ἡ συμπεριφορὰ τῶν Μακεδόνων βασιλέων, οἱ ἀναφορὲς τῶν ἀρχαίων ἱστορικῶν, Ἡρόδοτου, Θουκυδίδη, Στράβωνα, Πολύβιου, Πλούταρχου, τοῦ Ἑλλάνικου ποὺ ἔζησε στὴ μακεδονικὴ αὐλὴ στὰ τέλη τοῦ 5ου π.Χ. αἰ., τοῦ Διόδωρου Σικελιώτη, τοῦ Στέφανου Βυζάντιου, ἀλλὰ καὶ ἡ μαρτυρία τῶν Περσῶν ποὺ ὑπέταξαν τὴ Μακεδονία. Στὰ ἐρείπια τῆς ἀρχαίας Περσέπολης, στοὺς τάφους τῶν βασιλέων Δαρείου καὶ Ἀρταξέρξη, ὑπάρχει ἐκτενὴς ἐπιγραφή, ὅπου καταγράφονται καὶ κατονοµάζονται οἱ εἴκοσι ὀκτὼ ὑποτελεῖς λαοὶ τῆς περσικῆς αὐτοκρατορίας.

Τὰ κείµενα εἶναι γραµµένα στὴν ἀρχαία περσικὴ γλῶσσα, µὲ σφηνοειδῆ γραφή. Μεταξὺ αὐτῶν κατονομάζονται καὶ οἱ Yauna (Ἴωνες), δηλαδὴ οἱ Ἕλληνες τῶν πόλεων τῆς Μ.Ἀσίας καθὼς καὶ οἱ Yauna Takabara, δηλαδὴ Ἕλληνες μὲ πλατιὰ καλύμματα κεφαλῆς, χαρακτηριστικὸ τῶν Μακεδόνων, ὅπως ἀπεικονίζονται συχνὰ σὲ ἀρχαῖες παραστάσεις μὲ πλατύγυρα καλύμματα, τὶς «καυσίες». Ἡ μακεδονικὴ αὐτοσυνειδησία, ὡς ἑλληνικῆς φυλῆς, ὡς ἀναπόσπαστου μέλους τῆς ἑλληνικῆς ὁλότητας, ἐκφράζεται ἀπὸ τὴν περίοδο τῶν περσικῶν πολέμων. Ὁ βασιλιᾶς Ἀλέξανδρος ὁ Α΄, ὁ γνωστὸς ὡς Φιλέλλην, ἔγινε δεκτὸς στοὺς Ὀλυμπιακοὺς Ἀγῶνες ὡς γνήσιος Ἕλληνας. 

 Ὅταν ὑποτάχτηκε ἡ Μακεδονία στὸν Ξέρξη, ὑποχρεώθηκε νὰ ἀκολουθήσει τὸν Μαρδόνιο στὴ Νότια Ἑλλάδα.
Ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ Πλούταρχος, λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν αἰφνιδιαστικὴ ἐπίθεση τοῦ Μαρδονίου ἐναντίον τῶν ἑλληνικῶν δυνάμεων στὶς Πλαταιές (479 π.Χ.), ὁ Ἀλέξανδρος, ἀναλαμβάνοντας τὸν «μέγιστον τῶν κινδύνων», προειδοποίησε νύχτα τὸν στρατηγὸ τῶν Ἑλλήνων γιὰ τὸν ἐπικείμενο αἰφνιδιασμό, βεβαιώνοντας: «Αὐτὸς τε γὰρ Ἕλλην γένος εἰμὶ τὠρχαῖον καὶ ἀντ’ ἐλευθέρης δεδουλωμένην οὐκ ἄν ἐθέλοιμι ὁρᾶν τὴν Ἑλλάδα…». Ὁ ἐγγονός του, ὁ Ἀρχέλαος, μεταξὺ τῶν ὀργανωτικῶν μεταρρυθμίσεων γιὰ τὸ κράτος τῆς Μακεδονίας, θεώρησε ὡς ἰσχυρὸ καὶ ἀδιάσειστο θεμέλιο τῆς ἰσχύος καὶ τῆς ἀκμῆς του τὴ διανοητικὴ ἀνάπτυξη καὶ ἠθικὴ μόρφωση τοῦ λαοῦ. Γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ μετεκάλεσε ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, τὴ Θήβα καὶ ἄλλα κέντρα τῆς Νοτίου Ἑλλάδος ἐπιφανεῖς ἐκπροσώπους τοῦ πνεύματος, τῆς τέχνης, τῆς μουσικῆς καὶ τοῦ θεάτρου, ὅπως τὸν Εὐριπίδη, τοῦ ὁποίου οἱ τραγωδίες «Βάκχες» καὶ «Ἀρχέλαος» παρουσιάσθηκαν σὲ θέατρα τῆς Μακεδονίας, τὸν Πίνδαρο, τὸν Ἀγάθωνα, τὸν ἐποποιὸ Χοιρίλο, τὸν περιώνυμο κιθαρωδὸ Τιμόθεο, τὸν Μελανιππίδη τὸν λυρικό, τὸν μέγα ζωγράφο Ζεῦξι, οἱ ὁποῖοι καὶ τὰ Ἀνάκτορα καὶ τὴν πόλη κόσμησαν, ἀλλὰ κυρίως ἀνέδειξαν τὴν Πέλλα ὡς μία ἀπὸ τὶς ἐπιφανέστερες πόλεις τῆς εποχῆς της, ἰσάξια τοῦ πνευματικοῦ μεγέθους τῶν Ἀθηνῶν.
Ἡ παιδεία τῶν νέων στὴ Μακεδονία βασιζόταν σὲ ἑλληνικὰ πρότυπα.